_ελληνικά

GREC. Traducció d’Artemios Moulos

Βρέχει (Plou)

Βροντάει έξω, πέρα απ’ τα διπλά τζάμια
εκεί που πέφτουν ασταμάτητα χιλιάδες σταγόνες νερού
που θέλουν να μπουν στο σπίτι όπως θέλεις να μπεις κι εσύ όταν προσπαθείς να καλμάρεις τη δίψα που έχω στα χείλη.
Τι πρόκληση να σου πω πέρνα, περίμενε μέσα μου
να τελειώσει η καταιγίδα. Τι πρόκληση η συνομιλία
που δεν διαπερνάει το τζάμι κι αφήνει μούσκεμα το σώμα δυσκολεύοντας τη στιγμή, η αντίσταση των μεντεσέδων.
Όμως παραμένουμε εδώ χωρίς να ψάχνουμε καταφύγιο
γιατί τώρα ναι, το έχουμε μάθει: εσύ κι εγώ ξέρουμε
ότι αυτή η σιωπή η δική μας έχει μια σχισμή
απ’ όπου μπορεί να διυλίσει διαλυμένη στο νερό
τη χειρονομία που μας λέει περισσότερα απ’ οποιαδήποτε λέξη.

Κοψιές (Talls)

Ίσως να είναι μια βραδιά με καταιγίδα
με κεραυνούς που θ’ αστράφτουν το δέρμα τ’ ουρανού
και θα φανερώνουν τις ουλές
(κόβονται, τα φτερά των πουλιών).
Ή ακόμη και να είναι λιγότερο δραματικό,
να συμβεί στις έντεκα μιας οποιαδήποτε μέρας
ενώ θα υπάρχουν ουρές για το λεοφορείο,
ενώ παιδιά θα ξετυλίγουν το πρωινό τους,
και εσύ θα είσαι μπροστά απ’ την οθόνη
ψάχνοντάς με σ’ ένα ηλεκτρονικό μήνυμα,
με την μαγεία του μυστηρίου να κατεβαίνει
από τα μάτια στα δάχτυλα μέχρι τα πλήκτρα
σαν πουλιά που τσιμπάνε λημασμένα
στην πείνα και στην επιθυμία. Έτσι είναι.
Το μόνο που έχει σημασία είναι η επίγνωση της στιγμής,
το να ξέρεις ότι μια μέρα θα τελειώσουν
οι ουρές, το λεοφορείο, τα παιδιά και τα πρωινά.
Κι εμείς επίσης. Το όνομά σου στα μηνύματά μου
θα είναι το τελευταίο σκίτσο αυτής της ιστορίας,
μια κραυγή στον ορίζοντα λίγο πριν από την πτήση
(κόβονται, τα φτερά των πουλιών).

Σημάδια (Pistes)

Πάντα αγαπάς εξίσου αλλά διαφορετικά, μου έλεγες.

Και τώρα ανάμεσα σε μένα και στον καφέ προσπαθούμε να μαντέψουμε αν έχουμε τιμωρηθεί από το εξίσου
ή αν το διαφορετικά ήταν αυτό που έφταιξε.
Σαν σημάδι, η πίκρα με φέρνει σ’ εσένα,
που είσαι στην κουζίνα και με το κουταλάκι
διαλύεις τη ζάχαρη που δε θα με ξυπνήσει πια.
Απ’ αυτήν την κίνηση δεν παίρνω καμιά απάντηση,
είναι μόνο η ένδειξη μιας απώλειας. Πρόσεξε:
Εγώ δεν έχω φτερά ώστε οι ώμοι μου
να είναι και πάλι ώμοι, αν δεν τους κοιτάζεις εσύ.
Κι εσύ έχεις χάσει τη θέληση να πετάξεις.
Τόσο κοντά στο πάτωμα, είναι δύσκολο να πέσουμε πλέον.
Και το ν’ αγαπάς, σημαίνει να πέφτεις.

Αφήστε κάθε ελπίδα (Lasciate ogni speranza)

Βγαίνεις απ’ το ντουζ με τα μαλλιά βρεγμένα

και κάτι γυαλιά που αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα θέλεις.
Κατεβαίνεις απ’ τον πέμπτο κι εφόσον έχεις χρόνο
κοιτάζεσαι από κοντά στον καθρέφτη του ασανσέρ.
Βάφεις τα χείλη σου και, τελειώνοντας, κάνεις αυτόν τον ήχο
που έκανε η μητέρα: ένα φιλί προς τα μέσα
που λαμβάνεις με χαρά, και γελάς σαγηνευτικά
καθώς σου πετάγονται ρυτίδες που δεν θέλεις να δεις:
κλείνεις το στόμα άμεσα.
Έτσι, ανάμεσα στα δάχτυλα, αφήνεις να περάσει η ανάσα
και η άχνα στο τζάμι μαλακώνει τις εκφράσεις
και σε βλέπεις μπροστά σου σαν σε μια παλιά φωτογραφία
που ζωγραφίζεις με στυλό για να δείχνουν μεγάλα τα μάτια σου.
Όμως το ταξίδι τελειώνει και, πριν ανοίξεις την πόρτα,
βάζεις σε τάξη τα αλλεπάληλα σαν να παίρνεις φόρα,
μια κίνηση κινηματογραφικήπου εντίνεις
με το φούσκομα των πνευμόνων και λες:
«αυτό είναι το ντεζαβού κάθε πρωινού», και σκέφτεσαι:
αν έμενα στον δέκατο θα είχα τον διπλό χρόνο
για ν’ αναγεννηθώ και να ετοιμάσω την πραγματική
κάθοδο, αυτή που αρχίζει εδώ, μόλις τώρα.

Anuncis